
Η ελληνική οικονομία καλείται να αντιμετωπίσει το άγριο πρόσωπο της ακρίβειας, με την αγοραστική δύναμη των πολιτών να συρρικνώνεται αισθητά. Σε αυτό το τεταμένο κλίμα, οι εξαγγελίες ενός νέου πακέτου στήριξης εμφανίζονται ως μια προσπάθεια της κυβέρνησης να δώσει την εικόνα της δράσης και της αλληλεγγύης. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική εξέταση των μέτρων αποκαλύπτει μια τάση για επιφανειακές παρεμβάσεις, που μοιάζουν περισσότερο με “οικονομία βιτρίνας” παρά με ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η έμφαση μοιάζει να δίνεται στην επικοινωνιακή διαχείριση και στην προσπάθεια δημιουργίας θετικών εντυπώσεων, παρά στη χάραξη μακροπρόθεσμων και δομικών λύσεων που θα μπορούσαν να σταθεροποιήσουν την κατάσταση για τον μέσο Έλληνα πολίτη, ο οποίος βλέπει τους λογαριασμούς να ανεβαίνουν και το καλάθι του σούπερ μάρκετ να αδειάζει ταχύτερα.
Ουσιαστικά, οι ανακοινωθείσες ενισχύσεις αντιμετωπίζουν την ακρίβεια σαν μια παροδική δυσκολία, μια “σταγόνα στον ωκεανό” των καθημερινών εξόδων που διευρύνονται συνεχώς. Η μακροοικονομική εικόνα, παρά τις όποιες ανακοινώσεις, παραμένει θολή για τους πολίτες που βιώνουν την καθημερινή δυσκολία. Τα μέτρα αυτά, αν και ενδεχομένως να προσφέρουν μια πολύ μικρή, προσωρινή ανακούφιση σε συγκεκριμένες ομάδες, αδυνατούν να αντιστρέψουν την καθοδική πορεία της αγοραστικής δύναμης. Η πρόκληση είναι να ενισχυθεί η πραγματική οικονομία και η παραγωγική βάση, ώστε η ανάπτυξη να είναι βιώσιμη και να φτάνει σε όλους, και όχι να μένει ένα σύνθημα σε προεκλογικές ομιλίες. Η ασχολησιμότητα στην υλοποίηση τέτοιων στόχων, αντί μιας απλής επικοινωνιακής διαχείρισης, αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχία. Η προσέγγιση που ακολουθείται, όπου οι εκάστοτε παρεμβάσεις μοιάζουν με προεκλογικές “πομφόλυγες”, δεν προσφέρει ούτε την απαραίτητη σταθερότητα ούτε την εμπιστοσύνη που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία.
Η αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων απαιτεί ολοκληρωμένο σχεδιασμό, στοχευμένες πολιτικές και, κυρίως, διαφάνεια στην κατανομή των πόρων. Η τωρινή κατάσταση, όπου οι ανακοινώσεις υπερτερούν των ουσιαστικών μέτρων, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα των προτεινόμενων λύσεων. Είναι επιτακτική ανάγκη να μεταφερθεί η εστίαση από τις επιφανειακές κινήσεις στην ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων και των συνταξιούχων, στην αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους και στην αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε να εμπεδωθεί μια αίσθηση ασφάλειας και προοπτικής. Εν τέλει, η “οικονομία βιτρίνας” δεν μπορεί να αποτελέσει μακροπρόθεσμη πολιτική. Οι πολίτες απαιτούν ρεαλιστικές λύσεις και ουσιαστική στήριξη, όχι προσωρινές επιδοτήσεις που αντιμετωπίζουν μόνο τα συμπτώματα. Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι να μετατρέψει τις εξαγγελίες σε απτές βελτιώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, αντιμετωπίζοντας τις βαθύτερες αιτίες της οικονομικής πίεσης.
Η προεκλογική περίοδος, αν και φυσιολογική, δεν πρέπει να γίνεται δικαιολογία για την αναβολή των δύσκολων αλλά απαραίτητων μεταρρυθμίσεων που θα οδηγήσουν σε μια πιο ανθεκτική και δίκαιη οικονομία για όλους τους Έλληνες.


















