
Σφοδρή αντίδραση προκάλεσε η χρήση του όρου «τουρκικά στενά» από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Το γεγονός αυτό σήμανε άμεση και κατηγορηματική αντίδραση από τον Έλληνα διπλωμάτη, ο οποίος υπενθύμισε την επιτακτική ανάγκη σεβασμού στις διεθνείς συμφωνίες και το διεθνές δίκαιο. Η ελληνική πλευρά υπογράμμισε εμφατικά ότι η συγκεκριμένη ορολογία δεν συνάδει με την ισχύουσα Σύμβαση του Μοντρέ, η οποία ρυθμίζει τη διέλευση από τα Δαρδανέλια. Η θέση αυτή της Ελλάδας αναδεικνύει την πάγια αρχή της Αθήνας για την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων και την αποφυγή μονομερών ερμηνειών ή χρήσης προκλητικής γλώσσας σε θέματα που άπτονται κρίσιμων διεθνών θαλάσσιων οδών, προβάλλοντας την ανάγκη για εποικοδομητικό διάλογο και συνεργασία.
Συγκεκριμένα, ο Έλληνας διπλωμάτης επισήμανε πως η χρήση του όρου «τουρκικά στενά» υπονομεύει την ουσία και τις αρχές της Σύμβασης του Μοντρέ, η οποία έχει επικυρωθεί από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη και αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της ναυσιπλοΐας στην περιοχή. Η Ελλάδα, ως χώρα με μακρά ναυτική παράδοση και αυξημένο ενδιαφέρον για τη σταθερότητα στη ναυσιπλοΐα, θεωρεί επιβεβλημένη την προσήλωση στο γράμμα και το πνεύμα των διεθνών συμβάσεων. Η παραβίαση ή η περιφρόνηση αυτών των συμφωνιών ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας προηγουμένων και ενδεχομένως αλυσιδωτών αντιδράσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά το διεθνές περιβάλλον, ιδίως σε γεωπολιτικά ευαίσθητες περιοχές. Η έκκληση της Ελλάδας προς την Τουρκία για σεβασμό στις διεθνείς συμφωνίες έρχεται σε συνέχεια προηγούμενων παρόμοιων τοποθετήσεων, οι οποίες αποσκοπούν στη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας των διεθνών θαλάσσιων διαδρομών και στην αποφυγή διεύρυνσης των διαφορών.
Η Σύμβαση του Μοντρέ, με τις διατάξεις της για την ελεύθερη διέλευση των πλοίων, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, έχει διασφαλίσει εδώ και δεκαετίες την απρόσκοπτη ναυσιπλοΐα, συμβάλλοντας στην παγκόσμια εμπορική κίνηση. Η αποδοχή εναλλακτικών ορολογιών, οι οποίες εμπεριέχουν αλυσιδωτές εθνικιστικές προεκτάσεις, θεωρείται από την ελληνική διπλωματία ως απαράδεκτη, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνείες και διεύρυνση των διαφορών. Η θέση της Ελλάδας στο πλαίσιο του ΟΗΕ επαναλαμβάνει την πάγια δέσμευσή της στην αρχή του κράτους δικαίου και στην υπεράσπιση των διεθνών κανόνων. Η Αθήνα επιδιώκει τη διατήρηση ενός κλίματος ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν καίριες θαλάσσιες επικοινωνίες. Η επισήμανση του Έλληνα διπλωμάτη εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο, ως μια σαφής υπενθύμιση της σημασίας της τήρησης των συμφωνιών που βασίζονται στην αμοιβαία κατανόηση και τον σεβασμό.
Η αναφορά στη Σύμβαση του Μοντρέ δεν αποτελεί απλώς μια τυπική υπενθύμιση, αλλά μια ουσιαστική προειδοποίηση για τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από την απόκλιση από τις διεθνείς συμβάσεις, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία της χώρας ως εγγυητή του διεθνούς δικαίου.



















