
Η ειρωνεία της φράσης «πες και εσύ Σωτήρη», που διαδόθηκε ευρέως, είναι ότι επιδίωκε να χτίσει ένα αφήγημα περί μιας πολιτικής που βασίζεται «στην επιστήμη, στους ειδικούς», προβάλλοντας τον πρωθυπουργό ως τον απόλυτο ερμηνευτή της γνώσης. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα εκφώνηση, κρύβεται μια ευρύτερη στρατηγική εδραίωσης της εξουσίας, όπου η ανάθεση ρόλων και η προβολή συγκεκριμένων συμβούλων δημιουργούν την αντίληψη της τεκμηρίωσης και της ορθολογικότητας. Αυτή η επικοινωνιακή τακτική, αν και αποτελεσματική για τη δημιουργία εικόνας, συχνά έρχεται σε αντίθεση με την πραγματική πολυπλοκότητα των αποφάσεων, οι οποίες λαμβάνονται υπό την επήρεια πολλαπλών παραγόντων, όπως οι πιέσεις της αγοράς, οι διεθνείς συνθήκες, αλλά και εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες. Η επιτυχία ενός τέτοιου αφηγήματος εξαρτάται από την ικανότητα να πειστεί το κοινό ότι η ηγεσία κινείται με βάση αδιάσειστα δεδομένα, παραβλέποντας τις δυσκολίες και τις αβλεψίες που αναπόφευκτα συνοδεύουν κάθε διακυβέρνηση.
Η αναγωγή της πολιτικής σε μια επιστημονική διαδικασία, όπου οι ειδικοί καθοδηγούν και οι ιθύνοντες υπακούν, αποτελεί μια ελκυστική υπόσχεση για σταθερότητα και ασφάλεια, ειδικά σε περιόδους αβεβαιότητας. Ωστόσο, η φύση της πολιτικής ως πεδίου διαρκών συμβιβασμών και διαπραγματεύσεων, συχνά ανατρέπει την απλή γραμμική συλλογιστική της επιστήμης. Η φράση «πες και εσύ Σωτήρη», ως εργαλείο επικοινωνίας, ενισχύει την αντίληψη ότι η λήψη των κρίσιμων αποφάσεων είναι μια καθαρά τεχνική υπόθεση, αποσυνδεδεμένη από τις ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις που την περιβάλλουν. Αυτή η αποσύνδεση μπορεί να οδηγήσει σε μια αποξένωση του πολίτη από τη διαδικασία, καθώς νιώθει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε ένα απρόσιτο, «επιστημονικό» επίπεδο, αντί να αποτελούν προϊόντα συζήτησης και συναίνεσης. Η προσπάθεια να «συμμαζευτεί» ο λόγος γύρω από την αυθεντία των ειδικών, παραβλέπει τη δυναμική της δημόσιας σφαίρας και την ανάγκη για διαφάνεια και λογοδοσία.
Η εστίαση στην «επιστήμη» και στους «ειδικούς» μπορεί να λειτουργήσει ως αποτελεσματικό παραπέτασμα, καλύπτοντας την αδυναμία εναρμόνισης της πολιτικής ατζέντας με τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες του πληθυσμού. Όταν οι αποφάσεις παρουσιάζονται ως «μονόδρομος» λόγω επιστημονικής επιταγής, μειώνεται η δυνατότητα ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου και κριτικού ελέγχου. Η πολιτική, ως τέχνη του εφικτού, οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στις συμβουλές των ειδικών, τις προεκλογικές δεσμεύσεις, τις κοινωνικές πιέσεις και τις γεωπολιτικές πραγματικότητες. Η επιστημονική αλήθεια, όσο αδιαμφισβήτητη κι αν φαντάζει σε ένα εργαστηριακό περιβάλλον, σπάνια αποκαλύπτεται με την ίδια σαφήνεια στον χαοτικό κόσμο της διακυβέρνησης. Επομένως, κάθε απόπειρα να περιοριστεί η πολιτική σφαίρα αποκλειστικά στις κατευθύνσεις των ειδικών, κινδυνεύει να αποβεί ελλιπής και πιθανώς παραπλανητική για το εκλογικό σώμα. Η παραδοχή ότι «στο χέρι μας είναι» μπορεί να αναγνωριστεί ως η επιθυμία για αυτοδιάθεση και έλεγχο, αλλά όταν αυτή η φράση συνδυάζεται με έναν αποκλειστικό επικαλούμενος στην επιστημονική αυθεντία, τότε η έννοια της συλλογικής δράσης και ευθύνης αποκτά μια διαφορετική, ίσως και αμφιλεγόμενη, διάσταση.
Η πραγματική εξουσία, τελικά, παραμένει στο χέρι του λαού, ο οποίος καλείται να κρίνει εάν οι υιοθετούμενες πολιτικές ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του, ανεξαρτήτως του εάν αυτές έχουν «επιστημονική» χροιά ή τυγχάνουν της έγκρισης ενός κύκλου «ειδικών». Η συνεχής επικοινωνιακή προσπάθεια να αποδειχθεί η αδιάσειστη ορθότητα των κυβερνητικών αποφάσεων, μπορεί μακροπρόθεσμα να αποβεί αντιπαραγωγική, καθώς δεν αφήνει περιθώρια για διορθωτικές κινήσεις ή για την αναγνώριση της πολυπλοκότητας των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Η δημοκρατία απαιτεί περισσότερη διαδραστικότητα και λιγότερη μονολογική διδασκαλία, ακόμα κι αν αυτή προέρχεται από τους πιο έγκριτους «ειδικούς». Επιπλέον, η πρακτική της «επιστημονικής» τεκμηρίωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει αμφιλεγόμενες αποφάσεις, παρουσιάζοντάς τες ως αναγκαίες και αναπόφευκτες. Οι αλγόριθμοι και τα μοντέλα, όσο προηγμένα κι αν είναι, δεν μπορούν να συλλάβουν την ανθρώπινη διάσταση των προβλημάτων, ούτε τις ηθικές προεκτάσεις των επιλογών.
Η πολιτική δεν είναι απλώς η εφαρμογή ενός επιστημονικού πρωτοκόλλου, αλλά μια ευαίσθητη τέχνη που αφορά τη διαχείριση σύνθετων κοινωνικών και οικονομικών δυναμικών. Η υπέρμετρη έμφαση στην «επιστημονική» προσέγγιση, ενώ μπορεί να προσδίδει κύρος, κινδυνεύει να αποπροσανατολίσει από την ουσιαστική αξιολόγηση των πολιτικών, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στην πραγματική ζωή, μέσα από τις ζωές των πολιτών. Η διακυβέρνηση απαιτεί κατανόηση, ενσυναίσθηση και την ικανότητα να αντιμετωπίζονται οι αντιφάσεις, αντί να επιδιώκεται η απλοποίηση μέσω της «επιστημονικής» αυθεντίας. Η υπόθεση «πες και εσύ Σωτήρη» μοιάζει να παραθέτει ένα σύνθημα, παρά να αναπαριστά τη σύνθετη πραγματικότητα της διακυβέρνησης.


















