
Ο Γιόσκα Φίσερ, μια εμβληματική μορφή στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και από τους πρώτους που άνοιξαν τον δρόμο για διαπραγματεύσεις με το Ιράν σχετικά με το αμφιλεγόμενο πυρηνικό του πρόγραμμα, είχε εκφράσει ανησυχίες που αποδεικνύονται εκπληκτικά διορατικές. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε το 2018, ο ίδιος είχε προβλέψει τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε μια μονομερής αποδυνάμωση των συμφωνιών και μια αυταρχική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις. Η ανάλυσή του τότε, στην οποία τόνιζε την ανάγκη για συνεχή διάλογο και συνεργασία, επικεντρωνόταν στις πιθανές συνέπειες μιας αποστασιοποίησης από τις πολυμερείς διαδικασίες, ιδιαίτερα σε μια τόσο ευαίσθητη γεωπολιτική περιοχή. Η άποψή του ότι η αποφυγή της διπλωματίας θα οδηγούσε σε αδιέξοδα και αυξημένες εντάσεις, βρήκε ισχυρά ερείσματα στην πορεία των γεγονότων. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Φίσερ είχε εστιάσει στην σημασία της διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, ακόμα και με χώρες με τις οποίες υπάρχουν έντονες διαφωνίες, ως θεμελιώδη λίθο για την αποτροπή κλιμακώσεων και την προώθηση της σταθερότητας.
Ο Φίσερ, που υπήρξε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, είχε αναφερθεί στην προσέγγιση της τότε αμερικανικής διοίκησης, υπογραμμίζοντας πως η απουσία του Ομπάμα από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων και η μετάθεση της ευθύνης σε φορείς που υιοθετούν πιο αυστηρές θέσεις, θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική. Η κριτική του δεν στόχευε απλώς στην αποχώρηση από συμφωνίες, αλλά στην ουσιαστική υπονόμευση του πνεύματος συνεργασίας που απαιτείται για τη διαχείριση τέτοιων σύνθετων ζητημάτων. Τόνισε ότι η unilateralism, η εξωτερική πολιτική δηλαδή που βασίζεται στην μονομερή δράση και την περιφρόνηση των διεθνών κανόνων και συμφωνιών, μπορεί να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα. Η πρόβλεψή του για την αύξηση της αβεβαιότητας και των κινδύνων στην περιοχή, έγινε πλέον εμφανής, καθιστώντας την ανάλυσή του όχι απλώς επίκαιρη, αλλά και ιστορικά φορτισμένη.
Η προσέγγιση αυτή, όπως την περιέγραψε, έθετε σε κίνδυνο τις προσπάθειες για την αποτροπή της διάδοσης των πυρηνικών όπλων, έναν από τους κεντρικούς στόχους της παγκόσμιας κοινότητας. Η συνέντευξη εκείνη, που δεν είχε λάβει τότε την δέουσα δημοσιότητα, αναδεικνύει την βαθιά κατανόηση του Φίσερ για τις γεωπολιτικές δυναμικές και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των πολιτικών αποφάσεων. Προέβλεψε ότι η στροφή προς μια πιο σκληρή και διαπραγματευτική στάση, χωρίς την απαραίτητη διπλωματική υποδομή, θα οδηγούσε στην απομόνωση και την περαιτέρω περιθωριοποίηση της χώρας αυτής, αλλά και στην αποδυνάμωση των διεθνών μηχανισμών ελέγχου. Εξήγησε ότι η συνέπεια και η σταθερότητα στην εξωτερική πολιτική είναι απαραίτητες για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και την αποτελεσματική αντιμετώπιση παγκόσμιων προκλήσεων. Η αδιαλλαξία, όπως την ανέλυσε, δεν οδηγεί σε απεμπλοκή, αλλά σε ένα φαύλο κύκλο διπλωματικών αποτυχιών και αυξημένων κινδύνων.
Η κριτική του αφορούσε την ουσία της προσέγγισης, την οποία θεώρησε μη παραγωγική και επικίνδυνη για την παγκόσμια ασφάλεια. Σήμερα, καθώς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με παρόμοιες προκλήσεις και συζητάμε ξανά για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι δηλώσεις του Γιόσκα Φίσερ από το 2018 επανακτούν την αξία τους. Η υπενθύμιση των προειδοποιήσεών του σχετικά με το πώς μια αποσπασματική και ασταθής εξωτερική πολιτική μπορεί να υπονομεύσει πολυετείς προσπάθειες για ειρήνη και ασφάλεια, είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Η προσέγγιση που είχε υιοθετηθεί τότε, καθώς και η απουσία ουσιαστικού διαλόγου, δημιούργησαν ένα περιβάλλον αυξημένης καχυποψίας και απρόβλεπτων κινήσεων, τόσο από την πλευρά του Ιράν όσο και από τις δυτικές δυνάμεις. Η ανάλυση του Φίσερ υπογραμμίζει την αδήριτη ανάγκη για έναν ολιστικό και συνεργατικό τρόπο προσέγγισης των διεθνών κρίσεων, που βάζει την διπλωματία και την συνεργασία στο επίκεντρο.
Η μακρόπνοη στρατηγική, βασισμένη στην κατανόηση και τον διάλογο, αποτελεί την μόνη βιώσιμη λύση για την αποφυγή μελλοντικών κρίσεων και την διατήρηση της διεθνούς σταθερότητας.


















