
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρή πρόκληση: την παραγωγικότητα, η οποία υπολείπεται σημαντικά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τα στατιστικά στοιχεία είναι ανησυχητικά, καταδεικνύοντας ότι η εγχώρια παραγωγικότητα ανέρχεται μόλις στο 64% του μέσου όρου που καταγράφεται στην εν λόγω ευρωπαϊκή και διεθνή συλλογικότητα. Αυτή η δυσμενής επίδοση δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί συνάρτηση μιας σειράς πολιτικών επιλογών που έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια και συνεχίζουν να επηρεάζουν την πορεία της χώρας. Η ανάγκη για αλλαγή παραδείγματος είναι επιτακτική, καθώς η χαμηλή παραγωγικότητα αποτελεί εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία των πολιτών. Μια από τις βασικές αιτίες για αυτό το αρνητικό ρεκόρ εντοπίζεται, όπως υποστηρίζεται, στην εστίαση των πολιτικών και των επιδοτήσεων σε συγκεκριμένους κλάδους, με προεξάρχοντα τον τουρισμό.
Ενώ ο τουρισμός μπορεί να αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων, η υπερβολική εξάρτηση από αυτόν, και ταυτόχρονη παράλειψη άλλων πυλώνων της οικονομίας, δημιουργεί ανισορροπίες. Αντίθετα, η βιομηχανία, που παραδοσιακά θεωρείται η ραχοκοκαλιά μιας υγιούς οικονομίας, καθώς δημιουργεί προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και θέσεις εργασίας, φαίνεται να λαμβάνει λιγότερη προσοχή και υποστήριξη. Η στήριξη των ξενοδοχείων, συχνά μέσω κρατικών κονδυλίων και ευνοϊκών ρυθμίσεων, ενώ οι βιομηχανικές μονάδες αντιμετωπίζουν αυξημένο διοικητικό κόστος και έλλειψη επενδυτικών κινήτρων, δυσχεραίνει την ανταγωνιστικότητά τους και οδηγεί σε στασιμότητα. Η εστίαση στην τουριστική βιομηχανία, αν και αποφέρει άμεσα έσοδα, δεν συνοδεύεται απαραίτητα από τη δημιουργία μακροπρόθεσμης και διατηρήσιμης ανάπτυξης. Η έρευνα και η καινοτομία, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και η εξωστρέφεια των επιχειρήσεων, είναι στοιχεία που απουσιάζουν ή βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα.
Η ευνοϊκή μεταχείριση, ας το δούμε καθαρά, των ξενοδοχειακών μονάδων, οι οποίες απολαμβάνουν φορολογικές ελαφρύνσεις και άμεσες ενισχύσεις, ενώ οι βιομηχανίες καλούνται να ανταπεξέλθουν σε ένα δύσκολο περιβάλλον, διαμορφώνει ένα αρνητικό προηγούμενο. Αυτή η στρατηγική, η οποία ουσιαστικά «θάβει» τη βιομηχανία, στερεί από την ελληνική οικονομία τη δυνατότητα να αναπτυχθεί σε πολλαπλά μέτωπα και να δημιουργήσει μια πιο ανθεκτική και διαφοροποιημένη βάση για το μέλλον, καθιστώντας την ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις και διακυμάνσεις. Η συνεχιζόμενη αυτή κατάσταση, όπου η εθνική παραγωγικότητα βρίσκεται σε τόσο χαμηλά επίπεδα, επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη των πολιτών, την απασχόληση και τη συνολική οικονομική ευημερία. Η αναθεώρηση των προτεραιοτήτων, με έμφαση στην επανεκκίνηση και ενίσχυση της βιομηχανίας, την προώθηση της καινοτομίας και την προσέλκυση επενδύσεων σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, είναι επιτακτική.
Η «ταφόπλακα» της παραγωγικότητας, όπως υποδηλώνεται, δεν είναι αμετάκλητη, αλλά απαιτείται η λήψη γενναίων και στρατηγικών αποφάσεων για να αναστραφεί η πορεία, προκειμένου η Ελλάδα να ανακτήσει τη θέση που της αξίζει στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομική σκακιέρα, προσφέροντας βιώσιμη ανάπτυξη και ευκαιρίες για όλους τους πολίτες, πέρα από πρόσκαιρες και αμφίβολης αποτελεσματικότητας επιδοτήσεις.

















